Πειραιάς: Πόλη και Λιμάνι

chlomoudis kostas 1

Του Κώστα Χλωμούδη*

Δεν αναφερόμαστε σε μία πόλη με ένα λιμάνι. Η πόλη- λιμάνι είναι ένα ισχυρό δίπολο, με δύο χωρικά στοιχεία, με έντονους δεσμούς εξάρτησης και στενές χωρικές και λειτουργικές σχέσεις. H σχέση μεταξύ των δυο πυλώνων αυτού του συγκροτήματος, αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου.

Το λιμάνι και η πόλη του Πειραιά ιστορικά συνδέονται στενά. Η σχέση όμως αυτή, μεταξύ του λιμανιού και της ανάπτυξης της πόλης, τα τελευταία χρόνια παρουσιάστηκε ασθενέστερη. Σήμερα μιλούμε για τη σχέση της πόλης του Πειραιά, μόνον με το επιβατικό τμήμα του λιμανιού. Τα οικονομικά οφέλη από τη λειτουργία του λιμένος, εξαπλώνονται ολοένα και περισσότερο σε άλλες περιοχές που αποτελούν την διεύρυνση της άμεσης ενδοχώρας του, ενώ οι αρνητικές επιπτώσεις εντοπίζονται στην πόλη-λιμάνι. Πώς μπορεί λοιπόν το λιμάνι να καταστεί και πάλι θετική εισροή και συντελεστής ανάπτυξης της Πόλης που το περιβάλει; Και πώς μπορεί να αμβλυνθούν οι αρνητικές επιπτώσεις της λειτουργίας του λιμανιού στη πόλη;

Αρκετοί μελετητές έχουν επιχειρήσει με δημοσιεύσεις τους, το ταξίδι της πληροφορίας για τη Πόλη και το Λιμάνι του Πειραιά, μια σχέση βέβαια, που αλλάζει συνεχώς στο πέρασμα του χρόνου, παρασυρόμενη από την ραγδαία κοινωνικο-οικονομική και τεχνολογική πρόοδο. Έτσι θα οδηγηθούμε στη διαμόρφωση του υπόβαθρου του σήμερα. Σε αυτό το υπόβαθρο, πρέπει, προγραμματισμένα και με σχέδιο, να εργαστούμε για να ολοκληρωθεί η ανάπτυξη της «επιχειρηματικής πόλης» του Πειραιά.

Συγκεκριμένα, για τον Πειραιά (πόλη-λιμάνι), στόχος είναι ο επαναπροσδιορισμός της χαμένης, μετά τη βιομηχανική περίοδο, σχέσης του άστεως με το υγρό στοιχείο, αυτό που περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο ορίζει την ταυτότητά του. Να ενταθούν οι προσπάθειες ένταξης του επιβατικού λιμένος και του υγρού στοιχείου που περιβάλλουν την πόλη, ζωτικά στη ζωή της, ορίζοντας νέες χρήσεις και λειτουργίες στα κενά που άφησε η βιομηχανία και οι διάφορες εγκαταστάσεις που απαιτούντο κατά το παρελθόν. Αυτή η αισθητή αναγκαιότητα μεταβολής στις σχέσεις της πόλης με το λιμάνι σηματοδοτείται από τα μέσα της δεκαετίας του 1970.

Μια τάση που σε αντίστοιχες περιπτώσεις, Πόλεων-Λιμανιών, στο σύγχρονο κόσμο είχε δυναμικά προσδιορισθεί αυτή την περίοδο, με τη στροφή στον επενδυτικό τομέα και τη συνεχή ροή του κεφαλαίου σε εξελιγμένα αστικά περιβάλλοντα, καθώς και αργότερα με τη διαχείριση της πληροφορίας και των βιομηχανιών θεάματος και πολιτισμού ως σύγχρονα εμπορικά αγαθά των πόλεων-λιμανιών. Από την δεκαετία όμως του’70 και μετά έχουμε εδραίωσης της τεχνολογίας και τη δυναμική επικράτηση του τεταρτογενούς τομέα.

Ο Πειραιάς άργησε περίπου τρεις δεκαετίες για να προετοιμάσει το πλασάρισμά του σε αυτή τη νέα διαμορφούμενη δυναμική. Η μεταπολιτευτική περίοδος για τον Πειραιά αποτελεί δυστυχώς ακόμη οκνηρή στασιμότητα στη μεταπολεμική περίοδο. Εποχή βιομηχανικής ανάπτυξης όπου μέσα σε αυτή τη δυναμική εξελίχθηκε εκείνη την περίοδο και η σχέση λιμανιού –πόλης στο Πειραιά.
Δυστυχώς για τον Πειραιά, ανομολόγητα από τους λαμβάνοντες τις αποφάσεις αλλά και από όσους συμβάλλουν στη διαμόρφωση αυτών των αποφάσεων (Κυβερνητικά όργανα, Τ.Α., ΜΜΕ, κοινωνικοί φορείς, μη κυβερνητικές οργανώσεις, πανεπιστημιακοί κλπ) καθυστερήσαμε να κατανοήσουμε αυτές τις ραγδαίες εξελίξεις και μόλις τα τελευταία χρόνια συμφωνούμε, μάλλον στο σύνολο μας, ότι την δεκαετία του ’70 και για τον Πειραιά είχε ολοκληρωθεί η στροφή προς τον τριτογενή τομέα. Ενώ σε άλλες πόλεις λιμάνια του κόσμου σχεδίαζαν ήδη τη στροφή προς τεταρτογενή τομέα, ως αποτέλεσμα της στρατηγικής των πόλεων αυτών να απολαμβάνουν μία ικανή οικονομική κατάσταση με ταυτόχρονη άνοδο του καταναλωτικού τους επιπέδου.

Κομμάτι του τριτογενούς τομέα που κέρδιζε έδαφος από τότε ήταν και παραμένει ο τουρισμός. Η ιδέα ειδυλλιακών προορισμών για ξεκούραση και οργανωμένων πακέτων ταξιδιού, ενθαρρύνει τον κόσμο να ταξιδέψει και να γνωρίσει πολλά μέρη του κόσμου, ξεφεύγοντας από την καθημερινότητα και την εργασία. Πλήθος επιχειρήσεων, νέες θέσεις εργασίας δημιουργούνται και οι πόλεις προβάλλουν τον εαυτό τους ως οργανωμένα τουριστικά θέρετρα. Κάτι που δεν είχε επιλέξει όλα αυτά τα χρόνια μέχρι και το τέλος του προηγούμενου αιώνα ο Πειραιάς. Έτσι άλλες πόλεις και περιοχές της Ευρώπης όπως της Ισπανίας, της νότιας Γαλλίας, της Ιταλίας και των Βαλκανίων, βρέθηκαν σε πλεονεκτικότερη θέση, αφού η θάλασσα και το μεσογειακό κλίμα είναι τα ιδανικά στοιχεία παραθερισμού. Πολλές πόλεις μετατράπηκα σε «τουριστικά θέρετρα» και έγιναν απόλυτα φιλικές στον επισκέπτη. Μια νέα βιομηχανία είχε γεννηθεί και κέρδισε έδαφος στο σύγχρονο κόσμο, η «Τουριστική βιομηχανία» και πολλά γυρίζουν πλέον γύρω από αυτήν.

Η εξέλιξη αυτή εισαγάγει στον 21ο αιώνα την έννοια της “παγκόσμιας πόλης”. Λέγεται έτσι γιατί έχει μία διάσταση παγκόσμια, δηλαδή στα σύνορά της οργανώνονται πλήθος από παγκόσμιας κλίμακας δραστηριότητες. Αυτό προϋποθέτει την οικουμενική δικτύωση της πόλης, σε διάφορους τομείς. Η επικοινωνία, οι μεταφορές, το εμπόριο, η οικονομία, γεννιούνται από αυτή τη δικτύωση και την ίδια στιγμή την γεννούν. Σταδιακά, μέσα σε αυτή την κατάσταση, οι πόλεις χάνουν την αυτάρκειά τους, και η ζωτικότητά τους εξαρτάται από τη συμμετοχή τους σε αυτά τα δίκτυα. Οι διακρατικές σχέσεις αυτές που αναπτύσσονται, προκαλούν έναν παγκόσμιο αστικό ανταγωνισμό. Έτσι, η παγκόσμια αυτή πόλη, επιδιώκει την σταθεροποίησή της αρχικά, και έπειτα την άνοδο της στο σύστημα του ανταγωνισμού αυτού. Είναι δηλαδή ένα παγκόσμιο, πια, κέντρο υπηρεσιών που επιχειρεί μέσα από αυτοπροβολή, να προσελκύσει ανθρώπους, κατοίκους και τουρίστες και επιχειρήσεις για να τονώσουν την οικονομία της, ως σύγχρονος «υποδοχέας» δραστηριοτήτων και πληθυσμών. Ο κάθε κάτοικος σε μία τέτοια πόλη, αποτελεί κεφάλαιο και μέγεθος.

Επικεντρώνεται σε πολύ συγκεκριμένα χαρακτηρίστηκα, όπως μία παγκόσμια έκθεση (π.χ. τα Ποσειδώνια), η διαφήμιση της πόλης, η πρόσβασή της σε συγκοινωνίες και διεθνείς συνδέσεις, η οργάνωση πολιτιστικών δρώμενων, που υπακούουν, όμως, στη γενική βελτίωση της ποιοτικότερης ζωής των κατοίκων της. Απώτερος στόχος όλων των παραπάνω είναι η ανάδειξη μιας ιδιαίτερης ταυτότητας της πόλης. Στις πόλεις-λιμάνια, η “προσωπικότητά” τους αναζητείται με την επανασύνδεση της πόλης με το υγρό στοιχείο.

Στην αναζήτηση ταυτότητας αντιλαμβανόμαστε διαφορετικούς χειρισμούς, επιδιώξεις και μέσα σε κάθε περίπτωση. Ωστόσο, προφανής είναι μία πρώτη κατηγοριοποίηση, όπου ξεχωρίζουν οι πόλεις της Μεσογείου από αυτές της Αμερικής και αυτές με τη σειρά τους από τις πόλεις της Ασίας. Η μεσογειακή πόλη, όπως ο Πειραιάς, χαρακτηρίζεται από υβριδικότητα, από συμβίωση και σύγκρουση διαφόρων πολιτισμών στο χώρο της, πολλαπλότητα των κοινωνικών ομάδων, τη συνύπαρξη εποχών, δραστηριοτήτων και πολιτισμών και ορισμένες ιδιομορφίες που δεν απαντώνται αλλού στον κόσμο.

Ένα από τα Εργαλεία προς αυτή την κατεύθυνση, που επηρεάζει και επηρεάζεται από τη λειτουργία της Πόλης και του Λιμανιού, αποτελούν οι αστικές αναπλάσεις. Σε μερικές περιπτώσεις η πόλη επεκτείνεται πάνω στο θαλάσσιο μέτωπο με ιδιαίτερη ανάμειξη των παραπάνω χρήσεων με την κατοικία. Πολλές από τις κατασκευές της βιομηχανικής περιόδου κατεδαφίζονται, επιτρέποντας την οπτική επαφή της πόλης με το νερό.

Μερικά κτίρια ανακαινίζονται ως σημαντικά «μνημεία» της πόλης και φιλοξενούν καινούργιες χρήσεις από αυτές για τις οποίες χτίστηκαν. Νεωτερισμός των αστικών αναπλάσεων είναι η δημιουργία νέων κτιρίων ως σημεία αναφοράς της σύγχρονης πόλης. Τα κτίρια αυτά φιλοξενούν χρήσεις άμεσες με το νερό και προσπαθούν να προβάλουν ένα εξυγιασμένο περιβάλλον για την πόλη.

Μουσεία, ενυδρεία, κτίρια με αλιευτικές και ναυτιλιακές χρήσεις, συνεδριακά κέντρα τοποθετούνται στην ακτογραμμή και κατασκευάζονται κάτω από ένα εξελιγμένο αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο. Η χρήση διαφορετικών υλικών και ο πρωτοποριακός σχεδιασμός τους συγκρούονται με τις παραδοσιακές μορφές που επικρατούσαν την περίοδο δημιουργίας του δίπολου. Στρατηγικό στοιχείο για την ενίσχυση της εικόνας της πόλης είναι η επιλογή του τόπου επέμβασης. Επιλέγονται σημεία του μετώπου που σχετίζονται με το ιστορικό κομμάτι της πόλης, το οποίο επίσης αναδεικνύεται με χειρισμούς.

Έτσι γίνεται προσπάθεια να συγκροτηθεί ένας ισχυρός πυρήνας όπου η πόλη έρχεται σε επαφή με το νερό μέσω νέων προσεγγίσεων. Αυτό ωφελεί τους χρήστες (κατοίκους ή επισκέπτες) της πόλης, οι οποίοι εντάσσουν ξανά το νερό στην καθημερινότητά τους και την πόλη που καταφέρνει να παρουσιάσει μια ανανεωμένη εικόνα στον παγκόσμιο χάρτη. Η στροφή στο υδάτινο στοιχείο και ο νέος του ρόλος είναι σημαντικό προνόμιο για τις πόλεις-λιμάνια, καθώς καταφέρνουν να γίνουν ιδιαίτερα γνωστοί προορισμοί ενισχύοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ τους αλλά και έναντι των ηπειρωτικών πόλεων.

Η ενισχυμένη εικόνα της πόλης και η νέα της ταυτότητα ως μέσο του αστικού ανταγωνισμού, ευνοεί την εγκατάσταση ενός συστήματος πολυεθνικών εταιρειών, τραπεζών, επιχειρήσεων και γραφείων. Η παγκοσμιοποίηση και οι οικονομικές επιταγές μετατρέπουν τις πόλεις σε ενδεικτικά μέρη εγκατάστασης των εξελιγμένων «βιομηχανιών» και διευκολύνουν την κίνηση του κεφαλαίου σε αυτές. Μεγάλα κτιριακά συγκροτήματα προβάλουν στον ορίζοντα για τη στέγαση των επιχειρήσεων. Ουσιαστικά αυτός είναι και ο βαθύτερος στόχος των αναπλάσεων, πέρα από την τοπική ανάπτυξη και περιβαλλοντική αναβάθμιση. Η προσέλκυση επενδύσεων και επιχειρηματικών κλάδων εντάσσει την πόλη στην παγκόσμια αγορά και εκπληρώνει τις οικονομικές φιλοδοξίες των κρατών και των άλλων φορέων.
Οι αναπλάσεις αυτές είναι προφανές ότι απαιτούν μεγάλα κονδύλια. Αυτό προϋποθέτει συχνά μία ισχυρή συγκυρία. Πέρα από την αναγκαιότητα του έργου, σοβαρή προϋπόθεση μπορεί να αποτελέσει μια ευτυχής συνύπαρξη εμπνευσμένων ηγεσιών που τρέχουν να κερδίσουν το χαμένο χρόνο.

Στην κατεύθυνση αυτή συμβάλλουν δράσεις όπως αυτές που κατά καιρούς είχαν ακουστεί σε συνεργασία με το Δήμο και άλλους φορείς.
1. Ανάπλαση του συνολικού χώρου της «Πολιτιστικής Ακτής Πειραιά».
2. Θεσμική συγκρότηση για το «Ιστορικό Αρχείο Λιμένος Πειραιά».
3. Εξέλιξη για Μουσείο Εναλίων Αρχαιοτήτων.
4. Έργο Θεματικού Πάρκου της Πολιτιστικής Ακτής Πειραιά, δια μέσω Εταιριών Ειδικού Σκοπού.
5. Ανασχεδιασμός και αξιοποίηση του υπάρχοντος αποθηκευτικού σταθμού σιτηρών (SILO) όπως και του περιβάλλοντος χώρου σε δράσης όπως αυτήν σε Μουσείο Ενάλιων Αρχαιοτήτων.
6. Με αφορμή τη επέτειο της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας το 2021 να οργανωθούν δράσεις που θα αφήσουν πίσω τους πρακτικές συνέχειας.
7. Προτάσεις του ΕΒΕΠ. Βασισμένοι πάντα στα πολλαπλασιαστικά οφέλη της ύπαρξης εσωτερικών και εξωτερικών συνεργιών και συνεργασιών, στα πρότυπα οργάνωσης επιχειρηματικών – «κλαδικών clusters».

*Ο Κώστας Χλωμούδης είναι Κοσμήτορας του Τμήματος Ναυτιλιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά και το παραπάνω κείμενο αποτελεί τη βάση της ομιλίας του στην εκδήλωση που οργανώθηκε για τα 18 χρόνια του Portnet.

Pin It