Το τραπέζι «Ελλάδα»

trapezi dendro

Του Γιώργου Καλού

Χωράφι ήταν κι ετούτο, το δικό τους, με φιστικιές πολλές κι ένα σωτήριο μαγκανοπήγαδο στο κέντρο. Ώσπου έχτισαν οι γονείς της – δεκαετία ’80 – το σπίτι. Όνειρο ζωής, το έντυσαν με πωρόλιθο, ξύλο και κεραμίδι για ν’ αγναντεύουν από δω, από το Φάρο, νότια της Περιβόλας, τη θάλασσα ν’ ακκίζεται μέχρι πέρα στον Πόρο, ντυμένη δανεικό απ’ τον ήλιο χρυσάφι. Τότε το χωράφι έγινε κήπος. Μαγιάτικο, μοσχομυριστό τον απολαμβάνει σήμερα καθισμένη σε μια γωνιά του. Συντροφιά της τα ποιήματα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, «… ο κήπος μου φαινότανε απέραντη εξουσία / κι οι κότες πρόσωπα σημαντικά, … / αιωνιότητα το χωράφι, το μαγκάνι γύριζε στον άπειρο χρόνο…».
Τριγύρω μπόλικα τεύχη της «Αιγιναίας», στο πεζούλι απλωμένες εφημερίδες, στο χώμα σωρό τα ένθετά τους – σελίδες μαγειρικής αμέτρητες, ο αέρας τις σκορπίζει κάτω από τα δέντρα. Οσμή κουζίνας καμιά, μοναχά φωτογραφίες που χάσκουν στον ήλιο, «φάτε μάτια ψάρια…». Κάτω από τη ροδιά η φορητή τηλεόραση, δελτία ειδήσεων μαύρα, η Ελλάδα μετά βεβαιότητος «πτωχεύει», το τέλος έφτασε, απελπισία, οι δανειστές βλοσυροί, οι παρουσιαστές βλοσυρότεροι…

Αν και δεν παρακολουθεί, η αγανάκτησή της αλλάζει κανάλι. Κάτι άλλο επιτέλους – πρωί, θεέ μου, λίγη ελπίδα, δεν μπορεί… και νάτο, εκπομπή μαγειρικής. Όλα τέλεια, χαρούμενα, δροσερά. Προπαντός πλούσια, μια αισιοδοξία γκουρμέ!
Χαμογελάει. Ως και ο Ρασίντ απ’ το Μπαγκλαντές, που της εμφανίστηκε πασχαλιάτικα στην πόρτα – ένας θεός ξέρει από ποιο δουλεμπορικό και σε ποιαν ακτή της Μεσογείου σώθηκε ο δύστυχος -, ζητώντας απελπισμένα δουλειά, ως κι ετούτος στα διαλείμματα της περιποίησης του χτήματος – τι άλλο να του έδινε με αντάλλαγμα ένα πιάτο φαΐ; - εκπομπές πανδαισίας γεύσεων έβλεπε στο γυαλί. Δέκα ελληνικές λέξεις όλες κι όλες είχε μάθει, όμως «νόστιμη γη», «σεφ στον αέρα», «άριστη κουζίνα» κι όλα τα άλλα της τηλεοπτικής μαγείας των πιάτων κατάφερνε να τα συλλαβίζει ικανοποιητικά. Με εξαίρεση τις «αλχημείες» του γνωστού, εθνικού ζαχαροπλάστη που δεν μπορούσε να τις προφέρει με τίποτα…

Τον έκανε χάζι. Μέχρι χτες το μεσημέρι, που βρέθηκε σε δύσκολη θέση απέναντί του. Εκείνος έβλεπε στην εκπομπή της «Ελένης» - όχι εκείνης του Πάρη, της άλλης… - να σερβίρουν τάρτες πανάκριβων τυριών, καπνιστά φιλέτα με ασιατικές σάλτσες, γλυκά της αμαρτίας, και του έτρεχαν τα σάλια… Εκείνη του έκοβε το καρβελάκι προσεχτικά, οι μπάμιες της του φτωχοπρόδρομου, λαδερές, το κρασάκι της μετρημένο, μισή κούπα ακριβώς.
Ήθελε να του εξηγήσει. Να του πει πως δεν ήταν η αιγινήτικη αρχοντιά της που χάθηκε, αλλά η καταραμένη η κρίση που βρήκε τους πάντες. Και πώς να του το πει; Το μόνο που κατόρθωσε με τη γλώσσα των χεριών της να αρθρώσει ήταν: «Μην κοιτάς εκεί. Δεν είναι αυτό το τραπέζι δικό μας πια. Ετούτο εδώ το τραπέζι είναι Ελλάδα τώρα…».

Αχ και να ‘ξερε λίγα περισσότερα ελληνικά ο Ρασίντ. Θα του διάβαζε από το γνωστό «Εγκόλπιο» του Εμίλ Σιοράν, που αγαπούσε, τη σκηνή με το Σωκράτη να εξασκείται στον πλαγίαυλο λίγα λεπτά πριν πιει το κώνειο, όταν οι γύρω του τον ρωτούσαν «μα σε τι θα σου χρησιμεύσει, δάσκαλε;» κι εκείνος απαντούσε «για να μάθω να παίζω πριν πεθάνω…».

Γιατί οι αμέτρητες εκπομπές, τα μύρια βιβλία και περιοδικά γευσιγνωσίας στην Ελλάδα της κρίσης, την τελευταία κίνηση του Σωκράτη ίσως επιχειρούν: «Να μάθει η Ελλάδα να τρώει πριν πεθάνει…».

Pin It

eep logo