Σύνταγμα ΙΙΙ

douzinas kostas

Του Κώστα Δουζίνα

Λέγαμε στο προηγούμενο κείμενο για τις σημαντικές διαφορές μεταξύ συντηρητικού και δημοκρατικού συνταγματισμού, και ιδιαίτερα εκείνες που αφορούν τη σχέση μεταξύ συντακτικής εξουσίας και συντεταγμένης εξουσίας. Για την Αριστερά και το δημοκρατικό συνταγματισμό, η συντακτική εξουσία παραμένει ως μια ζωντανή παρουσία στο συνταγματικό κείμενο, κρυμμένη μέχρι την επόμενη εμφάνισή της• εμφάνιση που μπορεί να πάρει διάφορες μορφές. Το ερώτημα που θέσαμε είναι γιατί ο συντηρητικός συνταγματισμός παρά τη ρητορική σημασία που δίνει στη συντακτική εξουσία, δεν της αναγνωρίζει ζωντανή παρουσία μετά την συντακτική στιγμή. Γιατί ενώ από τη μια μιλάει, όπως και οι συνταγματολόγοι μας, με δέος και σεβασμό για τη συντακτική στιγμή—πχ. για τις επαναστατικές Εθνοσυνελεύσεις, τα πρώτα Συντάγματα του ελληνικού κράτους—από την άλλη φοβάται τη λαϊκή εξουσία;

Για να το καταλάβουμε πρέπει να κάνουμε μια διάκριση μεταξύ τυπικού και «υλικού» Συντάγματος. Η συντακτική εξουσία δεν εξαντλείται με την πολιτική αυτοδιάθεση που μεταφέρεται στα αντιπροσωπευτικά σώματα και θεσμούς - Βουλή, κυβέρνηση- αλλά συμπληρώνεται από αυτό που ονομάζεται «υλικό» ή «παραγωγικό» Σύνταγμα: τη δύναμη των εργαζόμενων να αναπαράγουν την κοινωνία με την εργασία τους. Το υλικό μέρος του Συντάγματος συμπυκνώνει και εκφράζει τον συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων την στιγμή της σύστασής του, θεμελιώνοντας την κλασική μαρξιστική θέση ότι το Σύνταγμα αποτελεί συμπύκνωση και έκφραση του συσχετισμού των κοινωνικών δυνάμεων την περίοδο της συγγραφής αλλά και της εφαρμογής του. Αυτό είναι που βάζει σε τάξη και διατηρεί ενωμένες και απρόσβλητες τις πρακτικές του κράτους και της πολιτικής: η ηγεμονία μίας τάξης ή μιας συμμαχίας κοινωνικών ομάδων, που συνδυάζει με αγαστή συμφωνία αντιπροσώπους της κοινωνικής εξουσίας και ανώτερους δημόσιους λειτουργούς.

Το τυπικό Σύνταγμα επομένως αποτελεί τον κανονισμό λειτουργίας του πολιτεύματος και των πολιτικών ελίτ, ένα πλαίσιο εσωτερικών ισορροπιών και εξωτερικών περιορισμών που υποβάλλει την πολιτική στο δίκαιο. Το «υλικό» Σύνταγμα αποτελεί το κατευθυντήριο πνεύμα της εκάστοτε οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης. Περιγράφει και διαμορφώνει την οικονομική και κοινωνική δομή που βρίσκεται πίσω από κάθε τυπικό προσδιορισμό άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Αποτελεί αυταπάτη των συνταγματολογούντων να πιστεύουν ότι η συντακτική εξουσία είναι μια απλή ρητορική αναφορά που νομιμοποιεί οτιδήποτε επιθυμεί η εκάστοτε πλειοψηφία ή ότι οι σχέσεις κεφαλαίου-εργασίας είναι εξωσυνταγματική ύλη επειδή απασχολούν περιθωριακά το Σύνταγμα. Εδώ βρίσκεται η υλική έννοια της συντακτικής εξουσίας και το πραγματικό της υποκείμενο. Με άλλα λόγια πίσω από κάθε άποψη για το τυπικό Σύνταγμα υπάρχει, όχι πολύ καλά κρυμμένη, η άποψη για το υλικό Σύνταγμα, για την κοινωνική ισορροπία.

Δεν είναι τυχαίο ότι τα φιλελεύθερα Συντάγματα του 19ου αιώνα εστίαζαν στην προστασία της περιουσίας, της ελευθερίας των συμβολαίων και των ατομικών δικαιωμάτων. Ούτε ότι τα δικαστήρια επανειλημμένως στήριζαν με τις αποφάσεις τους την περιουσία των αφεντικών έναντι της ελευθερίας των δούλων, της ελευθερίας των συμβάσεων έναντι των νόμων για τον περιορισμό των ωρών εργασίας και την απαγόρευση της παιδικής εργασίας. Κατά τον 20ο αιώνα έλαβε χώρα σταδιακά μια μεγάλη μετάλλαξη ή ένας μεγάλος συμβιβασμός. Εργασία και ταξική πάλη αναγνωρίστηκαν και συνταγματοποιήθηκαν. Συντάγματα σε ολόκληρο τον κόσμο μορφοποίησαν την ταξική ανακωχή και το συμβιβασμό του κοινωνικού κράτους. Ο δύσκολος γάμος αγορών και κοινωνικής δικαιοσύνης περιλάμβανε από τη μία την αναγνώριση του δημιουργικού ρόλου της εργασίας και των εργαζομένων και της παραγωγικής τους δύναμης και από την άλλη τη θεσμοποίηση της εξουσίας του κεφαλαίου να διοικεί την εργασία και να προγραμματίζει την οικονομία.

Μετά το 1989 τα πράγματα άλλαξαν. Όχι προς το καλύτερο. Η νέα παγκόσμια τάξη και ο νεοφιλελευθερισμός διεμβόλισαν, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, και τη συνταγματική συναίνεση. Τις διάφορες πλευρές της νέας αυτής της τάξης τις είδαμε και τις βιώσαμε στην Ελλάδα σε τρομακτικό βαθμό: απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, ενίσχυση του κεφαλαίου και δη του χρηματοπιστωτικού, διάλυση του κοινωνικού κράτους, όλα στη λογική του «όποιος αντέξει». Η συνταγματική έκφρασή της επίσης δεν μας είναι άγνωστη, αν κρίνει κανείς από τις απόψεις της αντιπολίτευσης: κατά των άμεσων μορφών δημοκρατίας, κατά των δημοψηφισμάτων, υπέρ των ισολογισμένων προϋπολογισμών και των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Η προσπάθεια του συντηρητικού συνταγματισμού είναι να πετύχει μια νέα σύνθεση τυπικού και «υλικού» Συντάγματος. Αν το κάνει, για πρώτη φορά, μια τόσο εξόφθαλμα ταξική ιδεολογία χωρίς την παλαιότερη διάθεση συμβιβασμού, θα αποκτήσει συνταγματική καθολικότητα, θα γίνει κρατική ιδεολογία. Αυτές οι βασικές νεοφιλελεύθερες ιδέες περί του πώς πρέπει να λειτουργεί η κοινωνία και η οικονομία εμπεριέχουν και βαθιά εδραιωμένες ιδέες περί πολιτικής και εξουσίας. Τις περισσότερες εξ’ αυτών δυστυχώς τις συμμερίζονται και πολλοί ομιλούντες περί συντάγματος. Αλλά για αυτά στο επόμενο.