Novartis και συνταγματική αναθεώρηση

vouli building

Του Κώστα Δουζίνα*

Όταν άρχισα να ασχολούμαι με την υπόθεση Novartis ως μέλος της ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ήξερα ότι σύμφωνα με το Σύνταγμα υπήρχαν δύο ενδεχόμενα για την εξέλιξη της διαδικασίας: εφόσον υπάρξει πρόταση άσκησης δίωξης κατά προσώπων που διατελούν ή διατέλεσαν μέλη της κυβέρνησης ή υφυπουργοί η Βουλή αποφασίζει είτε να συγκροτήσει μια ειδική επιτροπή που μετατρέπει τους βουλευτές σε οιονεί δικαστές είτε να την απορρίψει ως προδήλως αβάσιμη και να τη βάλει στο αρχείο. Σύντομα έμαθα πως υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή, αρκετά δημοφιλής στις προηγούμενες κυβερνήσεις: η αδράνεια. Με λίγα λόγια, η κυβερνητική πλειοψηφία «ξεχνάει» την υπόθεση. Ούτε ξεκινάει τη διαδικασία, ούτε τη βάζει στο αρχείο. Η δικογραφία μένει επ’ αόριστον σε κατάσταση limbo, η σύντομη παραγραφή εξασφαλίζεται και ο φάκελος πηγαίνει στα υπόγεια τροφή για την σοφία των ποντικών, όπως έλεγε ο Μαρξ για τα χειρόγραφα του. Ακόμα ένα λιθαράκι στην αδιαπέραστη ασπίδα προστασίας που δημιούργησε η πολιτική τάξη για τον εαυτό της.

Με πυρήνα το άρθρο 86 του Συντάγματος ένα πλέγμα νομικών διατάξεων και πολιτικών πρακτικών έχει κάνει σχεδόν αδύνατη την ανίχνευση και δίωξη των υπουργικών αδικημάτων θυμίζοντας τα «τέλεια εγκλήματα» που βλέπουμε συνήθως στον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Κι όμως συμβαίνουν και στη ζωή, τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Έτσι από τις 136 δικογραφίες για αδικήματα Υπουργών που στάλθηκαν στην Βουλή μεταξύ 2009 και 2013 μόνο μία (η υπόθεση Παπακωνσταντίνου) οδηγήθηκε σε δικαστική εξέταση.
Πώς έγινε αυτό; Με πρωτοφανή μαεστρία αλαζονείας και κυνισμού. Ας σας θυμίσω εδώ ότι σύμφωνα με το άρθρο 86 του Συντάγματος μόνο η Βουλή μπορεί να ασκήσει δίωξη κατά Υπουργών για αδικήματα που τέλεσαν «κατά την άσκηση των καθηκόντων τους». Αυτή η συνταγματική διάταξη έρχεται να συμπληρωθεί από τον νόμο περί ευθύνης Υπουργών που επιτρέπει την άσκηση δίωξης μέχρι δύο χρόνια μετά τις επόμενες εκλογές, ενώ για τους πολίτες ο χρόνος παραγραφής είναι πολύ μεγαλύτερος. Την ασπίδα προστασίας ολοκληρώνουν λίγες δικαστικές αποφάσεις. Η απιστία και η δωροδοκία/δωροληψία γίνονται κατά την άσκηση των καθηκόντων ως εάν ένα από τα καθήκοντα είναι να τα «παίρνει» ο υπουργός. Μόνο η νομιμοποίηση «μαύρου χρήματος», είπαν τα δικαστήρια στην υπόθεση Τσοχατζόπουλου, δεν τελείται στην άσκηση των καθηκόντων και επομένως ανήκει στην δικαιοδοσία της τακτικής δικαιοσύνης με την κανονική παραγραφή, παρ’ ότι είναι κατά τεκμήριον το αποτέλεσμα δωροληψίας. Χρειάζεται μεγάλη δικανική ταχυδακτυλουργία για τη διάκριση μεταξύ αιτίου, της δωροληψίας που παραγράφεται, και αποτελέσματος, του «ξεπλύματος» του καρπού του εγκλήματος που δεν παραγράφεται.

Με αυτό το προηγούμενο δεν προκαλεί έκπληξη ότι σήμερα μας κατηγορούν για «σκευωρία» και «εσχάτη προδοσία». Οι λόγοι είναι απλοί: ούτε αδρανήσαμε, ούτε σιωπήσαμε. Εφόσον συγκροτήθηκε η επιτροπή κάναμε τη δουλειά μας σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις του Κανονισμού της Βουλής, εντοπίσαμε τις ενδείξεις πιθανών αδικημάτων, κρίναμε εαυτούς αναρμόδιους για περαιτέρω διερεύνηση – είμαστε νομικοί, αλλά όχι δικαστικοί – και αναπέμψαμε τη διαδικασία στη Δικαιοσύνη. Η ασπίδα προστασίας ράγισε, θυμίσαμε πως οι υπουργοί δεν πρέπει να έχουν ιδιαίτερα προνόμια αλλά να αντιμετωπίζονται όπως οι απλοί πολίτες.

Και δεν σταματήσαμε εκεί. Για να αποκατασταθεί η ισότητα απέναντι στη δικαιοσύνη, ο ΣΥΡΙΖΑ πρότεινε στην συνταγματική αναθεώρηση την κατάργηση της σύντομης παραγραφής του άρθρου 86 και την προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης σύμφωνα με την οποία οι ευνοϊκές ρυθμίσεις αφορούν αδικήματα που τελέστηκαν «κατά την άσκηση» και όχι «επ’ευκαιρία» των υπουργικών καθηκόντων. Η αντιπολίτευση υποστήριξε αρχικά ότι το άρθρο δεν χρειάζεται καμία αλλαγή. Μετά είχαμε έναν περίεργο θεσμικό εκβιασμό, ότι δηλαδή θα ψήφιζαν την αλλαγή του 86 μόνο αν ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεχόταν την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων. Ήταν προφανές ότι η αντιπολίτευση ήθελε να διατηρήσει τα προνόμια που μπλε και πράσινη πολιτική κάστα δημιούργησαν σε αγαστή συνεργασία. Πιο ώριμες σκέψεις, φαντάζομαι, για το εκλογικό ρίσκο της άποψης που επιμένει ότι οι πολιτικοί πρέπει να μείνουν πάνω και έξω από τον νόμο και την αρχή της ισότητας που θεωρητικά ισχύει για όλους, έκανε τις ηγεσίες να επιβάλουν μια μεσοβέζικη λύση. Έτσι ψήφισαν την κατάργηση της σύντομης παραγραφής αλλά όχι την ερμηνεία για τα υπουργικά καθήκοντα.

Το Novartis-Gate ξεκίνησε την αποδόμηση του τέλειου εγκλήματος. Η αναθεώρηση το ολοκληρώνει. Εγκλήματα που διαπράττουν πολιτικοί για προσωπικό όφελος δεν γίνονται ποτέ «κατά την άσκηση των καθηκόντων» τους. Για τον κ Βενιζέλο, η ερμηνευτική διάταξη είναι απαράδεκτη και «παράνομη» και η επόμενη Βουλή θα την απορρίψει. Αυτοί που δημιούργησαν το τέλειο έγκλημα βάζοντας τους πολιτικούς στο απυρόβλητο επιμένουν να προσβάλουν τους Έλληνες πολίτες. Δυστυχώς για εκείνον και τους ομοϊδεάτες του, η επόμενη Βουλή θα έχει προοδευτική πλειοψηφία και θα ολοκληρώσει τη διαδικασία της αναθεώρησης. Σε επόμενη φάση το σύνολο του 86 πρέπει να καταργηθεί. Αν ο τοίχος προστασίας κτίστηκε επειδή οι πολιτικοί φοβήθηκαν ότι οι (ανεξάρτητοι) δικαστές δεν θα τους αντιμετώπιζαν αμερόληπτα είναι πλέον σαφές ότι δεν υπάρχει καμία ουδετερότητα όταν οι πολιτικοί «δικάζουν» το σινάφι τους.

*Ο Κώστας Δουζίνας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, βουλευτής Α' Πειραιά και πρόεδρος του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς

Pin It