COSCO : Αναζητώντας το έλασσον κινδυνεύει να χάσει το μείζον…

Tου Ν. Δημοσθένους*

Η κυβέρνηση της ΝΔ θεωρούσε και ίσως εξακολουθεί να θεωρεί κορυφαία μεταρρύθμιση της παραχώρηση του ΣΕΜΠΟ του ΟΛΠ


  στην κινεζική COSCO. Μετά από παρατεταμένες παλινωδίες, κατάρρευση στην ουσία της δραστηριότητας του ΣΕΜΠΟ του ΟΛΠ, και μία υπερδιετή κινητοποίηση απ’ τους εργαζομένους, κατάφερε τελικά τον περασμένο Μάρτιο, να κυρώσει την σχετική σύμβαση με νόμο που ψηφίστηκε από την Βουλή. Θα έλεγε κανείς ότι ήταν ώρα να πάρει μια βαθιά ανάσα.

Οι κυβερνητικές υποσχέσεις στους κινέζους ομολόγους τηρήθηκαν, η «μεταρρύθμιση» πραγματοποιήθηκε. Εκεί που όλα έδειχναν να κυλούν ομαλά, και η μόνη αγωνία που έμενε για την κυβέρνηση και την διοίκηση του ΟΛΠ ήταν πως και υπό ποιες συνθήκες και προϋποθέσεις θα παραδίδονταν ο ΣΕΜΠΟ στην COSCO τον προσεχή Νοέμβριο, νέο, απροσδόκητο, πρόβλημα προέκυψε. Η κυβέρνηση ενδίδοντας σε πιέσεις της κινεζικής πλευράς, που επιθυμούσε και εξακολουθεί άλλωστε να επιθυμεί πλήρη κυριαρχία στον ελληνικό χώρο, περιέλαβε στον κυρωτικό νόμο μια σειρά φορολογικών διατάξεων που σαφέστατα φέρνουν σε μειονεκτική θέση τον τερματικό σταθμό που υποτίθεται θα λειτουργήσει παράλληλα με αυτόν της COSCO ο ΟΛΠ. Σταθμό που ούτως ή άλλως βρίσκεται τόσο από τεχνική όσο και λειτουργική άποψη σε μειονεκτική θέση.

Παράλληλα, η κυβέρνηση ενέταξε διάταξη υπαγωγής της επένδυσης στο νόμο για την προστασία των ξένων επενδύσεων του 1953,  νόμο γνωστό με το όνομα του μακαρίτη Μαρκεζίνη. Ειδικά η δεύτερη ενέργεια φαντάζει στους γνώστες απολύτως ακατανόητη σε πρώτη ανάγνωση, αφού τόσο οι κινέζοι, όσο και οποιοσδήποτε άλλος ξένος επενδυτής, μπορεί να υπαγάγει την επένδυσή του στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου αυτού απλά με μια αίτηση. Το νομοθέτημα αυτό, ιστορικό για την εποχή του κατά γενική ομολογία, βρίσκεται σύμφωνα με τους ειδικούς σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις του ευρωπαϊκού δικαίου, αλλά μέχρι σήμερα εφαρμόζεται μάλλον σιωπηρά μέσα απ΄ την διοικητική διαδικασία υπαγωγής που προβλέπει, χωρίς να έχει δημιουργήσει μέχρι σήμερα η υπαγωγή του μείζονες αντιδράσεις.

Η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί για την ρητή αναφορά στον νόμο αυτό στην περίπτωση της κινεζικής επένδυσης, είναι ότι οι κινέζοι, αλλά και η κυβέρνηση, επιθυμούσαν όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένα να στερήσουν από επόμενες κυβερνήσεις την δυνατότητα ακύρωσης της σύμβασης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι πριν από την ψήφιση του κυρωτικού νόμου, το επιστημονικό συμβούλιο της Βουλής, είχε επισημάνει με την έκθεσή του ότι οι πρόσθετες διατάξεις φορολογικών ελαφρύνσεων μπορεί να θεωρηθούν απ’ την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως κρατικές ενισχύσεις, χτυπώντας το σχετικό καμπανάκι. Η κυβερνητική σπουδή βέβαια, προσπέρασε απρόσεκτα αυτήν την προειδοποίηση.

Δύο ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στις αρχές Μαρτίου, από τους Ευρωβουλευτές Δημήτρη Παπαδημούλη του Συνασπισμού και Μαριλένα Κοππά του ΠΑΣΟΚ, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έφεραν πολύ ουσιαστικά αυτό το θέμα στο προσκήνιο. Και πάλι όμως οι πιθανότητες η παρέμβαση αυτή να θεωρηθεί ουσιαστική, εκτιμούνταν την περίοδο υποβολής των αιτήσεων ως μηδαμινή. Αφού το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αλλά και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ελάχιστα πλέον ενδιαφέρεται για τα δύο μεγάλα ελληνικά λιμάνια, που με την σημερινή κυβερνητική πολιτική, από αξιόλογοι διεθνείς «παίκτες» μετατράπηκαν σε οριακούς τοπικούς κομπάρσους.

Όμως οι πληροφορίες μας αναφέρουν ότι σε κάποια φάση, ιδιαίτερα η ερώτηση της κας. Κοππά, προσήλκυσε το ενδιαφέρον τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Λιμένων (ESPO), όσο και των υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Και αυτό γιατί, για μεν την περίπτωση της ESPO οι ρυθμίσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν προηγούμενο μονομερούς λειτουργίας των εθνικών κυβερνήσεων που θα στρέβλωναν τον ανταγωνισμό στον λιμενικό τομέα , για δε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα αποτελούσαν προηγούμενο απόδοσης εμμέσων προνομίων σε κάθε περίπτωση που επενδυτής τρίτης χώρας και μάλιστα μία εταιρεία με πλειοψηφία κεφαλαίου τρίτου κράτους, θα επιθυμούσε να αποκτήσει δοτό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι πρόεδρος της ESPO είναι σήμερα ο εμπορικός διευθυντής του λιμανιού του Ρότερνταμ, ενός λιμανιού που ανήκει στο γνωστό βορειοατλαντικό λιμενικό τόξο (Αμβέρσα, Ρότερνταμ, Αμβούργο, Βρέμη κλπ), όπου ενέργειες που συνιστούν κρατικές ενισχύσεις, δεν είναι ιστορικά άγνωστες. Από την άλλη πλευρά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επιδείξει μέχρι σήμερα ιδιαίτερη ευαισθησία σε θέματα επιβολής προνομιακών φορολογικών ρυθμίσεων που επηρεάζουν τον ανταγωνισμό, αλλά και σε θέματα φορολογικού και τελωνειακού ενδιαφέροντος που σχετίζονται με την σχέση με την Κίνα.

Όπως αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα μάλλον εκρηκτικό μείγμα. Είναι άγνωστο πως οι κοινοτικές υπηρεσίες θα χειριστούν το θέμα. Και αν η υπόθεση θα οδηγηθεί σε ένα μικρό ιδιότυπο «βασικό μέτοχο», ή θα υπάρξει κάποιου άλλου είδους διοικητικός συμβιβασμός (π.χ. οδηγίες στην ελληνική κυβέρνηση για την εφαρμογή των διατάξεων του κυρωτικού νόμου που αφορούν σε φορολογικά θέματα). Το βέβαιο είναι ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από ένας κορυφαίος σύμμαχος στην λιμενική μεταρρύθμιση, μετατρέπεται με την εξέλιξη αυτή σε έναν αβέβαιο «συνομιλητή». Θυμίζουμε ότι πριν έναν χρόνο ο ευρωβουλευτής της ΝΔ κ. Μαργαρίτης Σχοινάς, είχε καταθέσει «αβανταδόρικη» ερώτηση στο Ευρωκοινοβούλιο για να προκαλέσει τη θετική απάντηση του τότε Κοινοτικού Επιτρόπου για τις Μεταφορές και την Ενέργεια, σε σχέση με την ελληνική λιμενική «μεταρρύθμιση». Η απάντηση του σημερινού ομολόγου επιτρόπου κ. Tajani, η οποία βέβαια ήταν διαδικαστικού χαρακτήρα, στην ερώτηση της κυρίας Κοππά, κάθε άλλο παρά τόσο θετική ήταν, όπως του προκατόχου του.

Πίσω από την αυστηρή υπηρεσιακή γραφειοκρατική διατύπωση, οι μυημένοι μπορούν να διαβάσουν ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ξεσκονίσει τόσο τη σύμβαση όσο και τον κυρωτικό της νόμο. Και ήδη μυημένοι παράγοντες εκτιμούν ότι οι κοινοτικές υπηρεσίες δεν θα διακινδυνεύσουν εύκολα την στήριξη σε διατάξεις που αποτελούν πιθανό κίνδυνο για δημιουργία κεκτημένου στο μέλλον. Άρα και ανεξάρτητα απ’ την έκβαση της υπόθεσης τόσο η κινεζική πλευρά, όσο και η ελληνική κυβέρνηση, κινδυνεύουν με ένα απροσδόκητο φιάσκο προσπαθώντας να επιλύσουν το έλασσον, δηλαδή την απόλυτη λιμενική κυριαρχία της κινεζικής πλευράς στην ελληνική λιμενική αγορά. Ενώ διακυβεύεται η μοναδική ευκαιρία της κινεζικής πλευράς να αποκτήσει πρόσβαση στο ζωτικό για τα συμφέροντά της λιμενικό μεσογειακό χώρο.

Pin It

eep logo