«Η 4η μαύρη επέτειος των capital controls που κόστισαν πολύ ακριβά στις ελληνικές επιχειρήσεις»

capital control

Δηλώσεις του Προέδρου ΕΒΕΠ & ΠΕΣΑ Βασίλη Κορκίδη

Η μειωμένη ρευστότητα, το αυξημένο κόστος, αλλά και η γραφειοκρατική διαδικασία στην οποία υποβάλλονται οι ελληνικές επιχειρήσεις, προκειμένου να πραγματοποιήσουν εισαγωγές προϊόντων ή πρώτων υλών είναι οι βασικές επιπτώσεις των capital controls, που συμπληρώνουν τέσσερα χρόνια από την επιβολή τους.
Οι επιπτώσεις αυτές αποτελούν καθημερινό βαρίδι για τις επιχειρήσεις και πρέπει να μπουν στο επίκεντρο των μέτρων χαλάρωσης και πλήρους άρσης των κεφαλαιακών περιορισμών τον Σεπτέμβριο, που θα εξετάσει η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση, μετά τις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019.

Ομολογουμένως, τα capital controls αποτέλεσαν σημαντικό πισωγύρισμα για την πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και έχουν επιφέρει σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις ανάγκες, τις προτεραιότητες και τις προοπτικές επιβίωσης των επιχειρήσεων. Σημαντικές είναι και οι επιπτώσεις στην ευρύτερη οικονομία, που μετρά τις απώλειές της στη μείωση του τζίρου στο λιανικό εμπόριο, την αύξηση των «κόκκινων» δανείων, τη μείωση των καταθέσεων και την αύξηση του κόστους χρηματοδότησης. Από την άλλη, η μείωση του ελλείμματος στο εμπορικό ισοζύγιο αγαθών έγινε δυνατή μέσω της μείωσης των εισαγωγών και όχι μέσω της αύξησης των εξαγωγών, ενώ η προσαρμογή στις ηλεκτρονικές συναλλαγές αποτελεί το ζητούμενο για την επόμενη μέρα και μένει να εδραιωθεί ως τάση.

Τα capital controls για πολλές ελληνικές επιχειρήσεις ήταν «ξαφνικός θάνατος», ενώ για όσες επιβίωσαν, οι πέντε παράμετροι που επηρέασαν άμεσα τον τρόπο λειτουργίας και το σχεδιασμό των επιχειρήσεων, ειδικά τα πρώτα δύο χρόνια της επιβολής τους είναι:
• Ρευστότητα: Η διαδικασία των αναγκαίων εγκρίσεων για την εισαγωγή αγαθών, πρώτων υλών ή μηχανημάτων αποδείχθηκε χρονοβόρα και καταδικαστική για πολλές επιχειρήσεις, ενώ αρκετοί επαγγελματίες αναγκάστηκαν να «παγώσουν» την παραγωγική διαδικασία, με αποτέλεσμα τα capital controls να αποδειχθούν ιδιαίτερα επιζήμια για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Το πρόβλημα επεκτάθηκε και στις εξαγωγικές επιχειρήσεις, πολλές από τις οποίες εισάγουν πρώτες ύλες, επιβαρύνοντας περαιτέρω το ήδη υψηλό εμπορικό έλλειμμα της χώρας.
• Εμπορικό ισοζύγιο. Η συρρίκνωση του εμπορικού ελλείμματος αγαθών κατά 4,97 δισ. ευρώ το πρώτο έτος επιβολής των capital controls οφείλεται στη δραματική μείωση των εισαγωγών (-7,41 δισ. ευρώ).
• Τζίρος: Κατά την πρώτη χρονιά, ο δείκτης κύκλου εργασιών στο λιανικό εμπόριο μειώθηκε κατά 4,9% και η παρατηρούμενη βελτίωση του τελευταίου εννεαμήνου επιβεβαιώνει ότι, στη διάρκεια των πρώτων 12 μηνών η ένταση των αρνητικών συνεπειών στον τζίρο των επιχειρήσεων έφτασε στο αποκορύφωμά της.
• Καταθέσεις - ELA: Οι εκροές το διάστημα Νοεμβρίου 2014 - Ιουνίου 2015 ανήλθαν στα 42 δισ. ευρώ, σήμερα είναι πιο ενθαρρυντικά τα στοιχεία, καθώς από το 2018, η στάθμη των καταθέσεων ανέρχεται στα 159,5 δισ. ευρώ, κυρίως με συμβολή του ιδιωτικού τομέα. Η οριακή κατάσταση στην οποία βρέθηκαν οι τράπεζες οδήγησε στην άντληση έκτακτης ρευστότητας ύψους 89 δισ. ευρώ από τον ELA, που μειώθηκε στα 40,7 δισ. ευρώ τον Μάιο του 2017.
• «Κόκκινα» δάνεια: Η εκτόξευση των «μη εξυπηρετούμενων πιστωτικών ανοιγμάτων» στα 105 δισ. ευρώ προήλθε σε μεγάλο βαθμό και από την τραπεζική αργία και τη συνεπαγόμενη αναστάτωση που προκάλεσε η επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών, που συνετέλεσαν στην επικράτηση μιας άτυπης στάσης πληρωμών εκ μέρους των δανειοληπτών.

Συμπερασματικά, η επιχειρηματική κοινότητα επιθυμεί την πλήρη άρση των capital controls, που αποτελεί και βασική προϋπόθεση, προκειμένου η χώρα να λάβει την επενδυτική διαβάθμιση. Το σίγουρο είναι πως, η ελληνική οικονομία δεν βρίσκεται ακόμα σε ασφαλή τροχιά αναπτυξιακής μεγέθυνσης, την οποία η χώρα έχει απελπιστικά ανάγκη. Κατά τη γνώμη μου, με τη παρούσα κατάσταση, δεν αναμένεται υψηλότερη ανάπτυξη το 2019, δεδομένου του δυσμενούς φορολογικού και ρυθμιστικού περιβάλλοντος για επενδύσεις και ανάπτυξη στην Ελλάδα. Τα μερίδια εξαγωγών της ελληνικής οικονομίας, δυστυχώς, παραμένουν σχετικά χαμηλά και θα πρέπει να αυξηθούν, εάν η Ελλάδα επιθυμεί να επιτύχει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.

Τα ποσοστά των εισαγωγών και εξαγωγών θα αρχίσουν να αυξάνονται στην Ελλάδα μόνο, εάν η χώρα μπορέσει να αυξήσει τον αριθμό των εξωστρεφών επιχειρήσεων της στον μεσαίο και υψηλής τεχνολογίας τομέα. Για να το επιτύχουμε όμως αυτό, πρέπει να σταματήσει η φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου και να βελτιωθεί η εικόνα του Έλληνα επιχειρηματία διεθνώς, ώστε να ανακτηθεί η εμπορική φήμη και αξιοπιστία, που επί τέσσερα χρόνια, μας στέρησαν τα capital controls».

 

Pin It