Η πατρίδα και η παρτίδα

tavli

Η γειτονιά, μια αλάνα, η μπάλα κι εσύ να τρέχεις πίσω της. Τα ματωμένα γόνατα, τα κλάματα κι οι τσακωμοί. Τα γέλια κι οι πανηγυρισμοί. Μια ερυθρόλευκη φανέλα με το 11 ραμμένο στην πλάτη από τη Νενέ μου -11 φορούσε ακόμη ο Δεληκάρης. Μια κοπάνα για να δούμε τον Θρύλο στο Καραϊσκάκη- δεν θυμάμαι με ποιον παίζαμε. Κι άλλη μία για να δούμε την ομαδάρα του Γιατζόγλου, του Διάκουλα, του Μελίνι και των άλλων παιδιών να κερδίζει την Μακάμπι στο Παπαστράτειο... Αν ο Ρολάν Μπαρτ είχε δίκιο.

Αυτή - και τόσα άλλα παρόμοια- είναι η αθλητική μου πατρίδα. Και μια παράνομη αφισοκόληση στις εκλογές του ‘77 , ένας καυγάς με τους Κνίτες στο σχολείο το ‘78, μια ακόμη κοπάνα για να πάμε στην Βιομηχανική Πειραιά και να "δούμε τις καταλήψεις" το ’79. Η πορεία για το Πολυτεχνείο προς την πρεσβεία ως πρωτοετής το ‘80 κι η πρώτη συμμετοχή σε ψηφοδέλτιο με τους Πολίτες του Πειραιά λίγα χρόνια μετά την απογοήτευση για το Εσωτερικό, το ‘81. Όλα αυτά πρέπει κατά τον Ρολάν Μπαρτ να είναι η πολιτική μου πατρίδα.

Στο τάβλι, οι έμπειροι παίκτες λένε ότι πριν από όλα πρέπει να σώσεις την παρτίδα και μετά να κοιτάξεις να πάρεις το παιχνίδι. Πολλοί προπονητές στο ποδόσφαιρο έχουν κάνει καριέρα ακολουθώντας αυτό ακριβώς το δόγμα. Εξασφαλίζουμε πρώτα τον βαθμό της ισοπαλίας κι αν μας κάτσει, πάμε για τη νίκη. Ο Ανατόλι Καρπόφ, ίσως ο μεγαλύτερος σκακιστής όλων των εποχών, πριν τον Γκάρι Κασπάροφ, σάρωνε τα παγκόσμια πρωταθλήματα, παίζοντας ίσως το πιο βαρετό σκάκι που είχε παιχτεί ποτέ. Την ισοπαλία όμως την είχε δεδομένη, αφού έχανε σπάνια και με δυο-τρεις νίκες κέρδιζε το τουρνουά.

Ο ΣΥΡΙΖΑ το 2014 δεν θέλησε να εξασφαλίσει ούτε την παρτίδα, ούτε την πατρίδα. Μπορούσε να αφήσει να βγει Πρόεδρος της Δημοκρατίας, να περιμένει την κυβέρνηση των Σαμαροβενιζέλων να κάνει τη βρώμικη δουλειά, κλείνοντας την αξιολόγηση και να πάρει με περίπατο τις εκλογές, ίσως και με αυτοδυναμία και με τη χώρα εκτός μνημονίων, ένα χρόνο αργότερα. Θα ήταν ένα buzzer-beater τρίποντο, μετά από παράταση. Δεν το έκανε. Αυταπάτες, όπως παραδέχθηκε και ο πρωθυπουργός στη Βουλή. Που κόστισαν πάντως στην πατρίδα, γύρω στα 100 δισεκατομμύρια ευρώ. Κερδίζοντας δυο φορές το 2015 (και μια Τρίτη με το δημοψήφισμα ενδιαμέσως) είχε όλο το χρόνο δικό του και κάθε δυνατότητα να χτίσει Ως Πρώτη Φορά Αριστερά Κυβέρνηση το δικό του successs story. Να το κάνει όπως η αριστερή κυβέρνηση της Πορτογαλίας, που όχι μόνο βγήκε από τα μνημόνια κι έδωσε αυξήσεις στους μισθούς και στις συντάξεις, αλλά μέχρι και τον υπουργό Οικονομικών της, Σεντένο, είδε να τον χρίζει ο ίδιος ο Σόιμπλε Κριστιάνο Ρονάλντο της οικονομίας και να αποδέχεται, ίσως με βαριά καρδιά, την ανάδειξή του στην Προεδρία του Eurogroup.

Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι η πρώτη κυβέρνηση στη χώρα με «καθαρή» τετραετία. Μετρήστε μεταπολιτευτικά. Η κυβέρνηση Καραμανλή, που προκύπτει από τις εκλογές του ’74, είχε μπροστά της δημοψήφισμα για το Πολιτειακό και δημοτικές εκλογές το ’75. Η κυβέρνηση που βγαίνει από τις εκλογές του ’77 έχει δημοτικές εκλογές το ’78 και εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας το ’80. Το ’81, όταν εκλέγεται ο Ανδρέας, έχει δημοτικές το ΄82 και Προεδρικές το ΄85 (που τις εργαλειοποιεί μέσω Σαρτζετάκη και κερδίζει τις εθνικές εκλογές την ίδια χρονιά). Έχει όμως δημοτικές εκλογές την επόμενη, το ’86, όταν με τη νίκη για πρώτη φορά μεταπολιτευτικά των υποψηφίων της ΝΔ στους τρεις μεγάλους δήμους φαίνεται που πάει το πράγμα. Για την περίοδο ’89-’90 με τις τρεις αλλεπάλληλες εθνικές εκλογές, δεν χρειάζεται να γίνει λόγος. Ακόμη και ο Μητσοτάκης στην σύντομη θητεία του ’90-’93, έχει μπροστά του δημοτικές εκλογές, το ’92. Και με την επιστροφή του ο Ανδρέας το ΄93, είχε την επόμενη χρονιά δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές και το ΄94 ευρωεκλογές. Όπως έχει ο Σημίτης το ΄98 και το ’99 δημοτικές και ευρωεκλογές ενώ έχει εκλεγεί το ΄96. Ο ίδιος άλλωστε στην επανεκλογή του το 2000, επίσης είχε την δοκιμασία των δημοτικών του 2002.
Οι ευρωεκλογές του 2004 έγιναν αμέσως μετά τον θρίαμβο Καραμανλή την ίδια χρονιά, οπότε δεν δοκίμασαν ιδιαίτερα την κυβέρνησή του, όπως έκαναν οι δημοτικές και περιφερειακές εκλογές το 2006. Κι όπως πολύ περισσότερο αμφισβήτησαν την ηγεμονία Καραμανλή που προέκυψε από τις εθνικές εκλογές του 2007, τόσο οι εθνικές και νομαρχιακές εκλογές του 2006, όσο οι ευρωεκλογές του 2009. Από το 2009, με τη νίκη του Γιώργου Παπανδρέου και λίγο αργότερα την είσοδο της χώρας στα μνημόνια, είναι λογικό οι όποιες ενδιάμεσες εκλογές να μην επηρεάζουν τόσο τις κυβερνήσεις, που άλλωστε, σε γενικές γραμμές, την οικονομική πολιτική που χαράσσουν οι πιστωτές είναι υποχρεωμένες να ακολουθούν. Παρ’ όλα αυτά ο Παπανδρέου είχε δημοτικές και περιφερειακές το ’10, ενώ οι προεδρικές την ίδια χρονιά δεν αποτελούν δοκιμασία, αφού η ΝΔ υπερψηφίζει ξανά τον Κάρολο Παπούλια. Ο Σαμαράς διεκδικεί το ρεκόρ των ενδιάμεσων εκλογών: Σχηματίζει για πρώτη φορά μεταπολιτευτικά συμμαχική και μάλιστα τρικομματική κυβέρνηση το 2012, χάνει τον ένα εταίρο του το 2013, έχει δημοτικές, περιφερειακές και ευρωεκλογές να τον αμφισβητήσουν το 2014 και στο τέλος της ίδιας χρονιάς χάνει την εξουσία με αφορμή την προεδρική εκλογή που έχει έρθει λίγους μήνες νωρίτερα.

Η Πορτογαλία οφείλει το «θαύμα» της στο γεγονός ότι η αντιπολίτευση διαμόρφωσε ένα κοινό μέτωπο με την αριστερή κυβέρνηση, στηρίζοντας τις διαπραγματεύσεις της με τους θεσμούς. Και στην Ιρλανδία, αλλά και στην Ισπανία που έφτασε στο όριο να μπει στο μνημόνιο και δεν μπήκε, το ίδιο έγινε.
Με το χρόνο ανοιχτό για μια τετραετία, ο Τσίπρας φάνηκε να επιλέγει για άλλη μια φορά την τακτική από τη στρατηγική. Τη στιγμή από τη μεγάλη εικόνα. Την νίκη της παρτίδας. Χωρίς να μπορεί να τον αμφισβητήσει κανείς θεσμικά, έμεινε όμηρος ενός ακροδεξιού -κατά τον Καρλ Γιούνκερ- συγκυβερνήτη, αντί να συνεννοηθεί με ειλικρίνεια με την αντιπολίτευση και να διαπραγματευτεί με τους θεσμούς έχοντας την υποστήριξή της. Φάνηκε να βαυκαλίζεται ότι το ταραγμένο καλοκαίρι του ’15, όταν η χώρα διατηρήθηκε σε ευρωπαϊκή πορεία χάρη στις ψήφους ακριβώς της αντιπολίτευσης και όταν ο ίδιος δεν έχασε την εξουσία μετά την «ανταρσία» και αποχώρηση σχεδόν 40 δικών του βουλευτών, θα μπορούσε να διατηρηθεί για πάντα.

Το επόμενο εξάμηνο και μέχρι τον Ιούνιο του 2018 η κυβέρνηση πρέπει να βρει μια αποδεκτή συμβιβαστική λύση για το όνομα της ακατανόμαστης χώρας. Αλλιώς, είναι πιθανότατο, αυτό που συμβαίνει σήμερα με 140 χώρες στον κόσμο, οι οποίες έχουν αναγνωρίσει τη χώρα ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» - σκέτο – να ισχύει και για το ΝΑΤΟ και για την ΕΕ. Καθώς ο εταίρος του πρωθυπουργού Καμμένος κάνει κόνξες, κυβερνητικοί παράγοντες – μεταξύ των οποίων ο υπουργός Εξωτερικών – θυμούνται το καλοκαίρι του ’15 και κάνουν λόγο για συμφωνία κομμάτων ή βουλευτών. Δηλαδή ας μην ψηφίσουν οι ΑΝΕΛ, αλλά η αντιπολίτευση. Τσακώνονται μάλιστα και με non-papers με τη Νέα Δημοκρατία, προκαλώντας την να προτείνει όνομα. Λες και δεν κυβερνούν αυτοί. Βέβαια το πιθανότερο είναι ο Καμμένος που δεν δέχεται τον όρο «Μακεδονία», ούτε νέα, ούτε άνω, ούτε βόρεια, να δεχθεί τελικά τον όρο Makedonija ή Makedonski. Γελάνε κι οι πέτρες!

Τα Χριστούγεννα του 1945, η Αθήνα και ο Πειραιάς κυρίως, μετρούσαν τις πληγές τους από την εμφύλια σύρραξη του Δεκέμβρη του ’44 και τον ήπιο εμφύλιο που ακολούθησε, περισσότερο στην επαρχία, μετά την Βάρκιζα.
Σε εκείνη τη διχασμένη Ελλάδα, σε εκείνη την καταχνιά, αποφασίστηκε να γίνει ένα εορταστικό ποδοσφαιρικό ματς συμφιλίωσης. Αντίπαλοι ο Ολυμπιακός από τον Πειραιά και ο Αστέρας από την Αθήνα. Ο Αστήρ Αθηνών ήταν η επίσημη ποδοσφαιρική ομάδα του ΚΚΕ. Ο ύμνος της τα έλεγε όλα: «Κατακόκκινη φανέλα με ένα κίτρινο αστέρι, είναι τούτος μια ομάδα λαϊκιά». Στον Ολυμπιακό έπαιζε όμως και ο Χέλμης και ο ΕΛΑΣίτης Μουράτης. Και ο Βάζος και ο Συμεωνίδης. Παίκτης του ήταν ο Νίκος Γόδας, που όταν εκτελέστηκε τρία χρόνια αργότερα, στο Λαζαρέτο της Κέρκυρας, ζήτησε στο απόσπασμα να φορά την ερυθρόλευκη φανέλα. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν η συμφιλίωση των παικτών μέσα στην ίδια της ομάδα. Μια εβδομάδα πριν τον αγώνα, ο Θανάσης Μέρμηγκας κάλεσε τους παίκτες και των δυο ομάδων και πάνω-κάτω τους είπε: «Το εύκολο είναι να μην γίνει ο αγώνας. Το πάρα πολύ δύσκολο είναι να γίνει. Είναι γνωστή η κατάσταση της χώρας μας, είναι όμως ευκαιρία, αυτό που υπογράψαμε στα χαρτιά, στη Βάρκιζα, να το δούμε να ζωντανεύει μέσα στο γήπεδο». Κάπως έτσι, έγινε ο αγώνας. Το αποτέλεσμα ήταν 1-1 και τα 11 κοτόπουλα που ήταν το έπαθλο, μοιράστηκαν ανά μισό στους 22 παίκτες.
Την παρτίδα εκείνη δεν την κέρδισε κανείς. Η πατρίδα όμως, για κάποιους μήνες, τουλάχιστον, ήταν η μεγάλη κερδισμένη.