Μεγάλοι παίκτες και διάττοντες αστέρες…

mavrokefalidis

Είναι παίκτες που με το που θα πατήσουν στο γήπεδο για πρώτη φορά το βλέπεις και το λες: Μεγάλοι παίκτες. Γεννημένοι για μεγάλες ομάδες και μεγάλα πράγματα. Είναι άλλοι που περνάνε χρόνια και χρόνια μέχρι να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους, ή μάλλον την ποιότητά τους γιατί τότε πια δεν είναι ταλέντα. Πολλοί από την πρώτη κατηγορία αποδεικνύονται στο τέλος «διάττοντες αστέρες» κι άλλοι από τη δεύτερη κατηγορία δείχνουν ότι δεν έκαναν καριέρα, όχι γιατί δεν είχαν τα προσόντα, αλλά κυρίως δεν είχαν την ψυχή.

Στην πολιτική, ο Φώτης Κουβέλης που ήταν ένας σεβαστός παίκτης, όταν κλήθηκε να παίξει με τη ΔΗΜΑΡ του σε ένα ανώτερο επίπεδο,

απλώς έδειξε ότι δεν το είχε. Δεν μπορούσε. Δεν έκανε. Ο Σταύρος Θεοδωράκης εμφανίστηκε ως μεγάλο ταλέντο με την πρώτη του εμφάνιση με το Ποτάμι, αλλά όσο δυσκολεύουν τα πράγματα φαίνεται να μην μπορεί να ανταπεξέλθει στο βάρος της φανέλας και του ανταγωνισμού. Ο Τσίπρας, ξεκίνησε από τα χαμηλά, τη νεολαία, τις Ακαδημίες δηλαδή του Συνασπισμού θα λέγαμε, με όχι τόσο εντυπωσιακές εμφανίσεις, αλλά καθώς μεγάλωνε και άλλαζε επίπεδο, τόσο πιο σκληρός παίκτης γινόταν. Το είχε και παίζει πλέον μπάλα μόνος του.

Από τα χαμηλά ξεκίνησε και ο Μεϊμαράκης. Ο νεαρός δικηγόρος που στα 27 του τόλμησε να αμφισβητήσει έναν ολόκληρο Κωνσταντίνο Καραμανλή – τον κανονικό. Έγινε πρόεδρος της νεολαίας, γραμματέας του κόμματος, κορυφαίος υπουργός, έφτασε να γίνει πρόεδρος της Βουλής ακόμα. Κι όταν υποχρεωτικά πήρε το περιβραχιόνιο του αρχηγού, τα έδωσε όλα για την ομάδα του και η συντριβή ίσως αποφεύχθηκε χάρη σε αυτόν και το στυλ του. Αλλά φάνηκε ότι ήταν μέχρι εκεί. Κι ότι απέναντι στον Μέσι που βγήκε από τις Ακαδημίες του ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορούσε να κάνει κάτι παραπάνω.

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά βλέποντας ένα συγκλονιστικό Λούκα Μαυροκεφαλίδη να κάνει ένα απίστευτο παιχνίδι και να σημειώνει 42 ολόκληρους πόντους με τη φανέλα της ΑΕΚ, αλλά να χάνει στο τέλος της παράτασης από μια ομάδα το όνομα της οποίας είναι αδύνατον να συγκρατήσω. Έφτασε στην μπασκετική ωρίμανση των 32 ετών για να γίνει ηγέτης μιας βραδιάς. Μιας μικρομεσαίας πλέον ομάδας, έχοντας περάσει στο παρελθόν, εκτός των άλλων, και από Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό!

Τηρουμένων των αναλογιών ο Λούκα παραπέμπει σε έναν Γεώργιο Ράλλη ή και έναν Ευάγγελο Αβέρωφ. Από μια παραδοσιακή σκληρή δεξιά οικογένεια ο πρώτος και με έντονο φιλοβασιλικό παρελθόν, αφού μπήκε και βγήκε στην ομάδα της ΕΡΕ, αναδείχθηκε σε κορυφαίο στέλεχός της, όσο και της διαδόχου ΝΔ, έγινε πρωθυπουργός όταν ο Καραμανλής έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ήταν επικεφαλής μάλλον της πιο δημοκρατικής κυβέρνησης της περιόδου και έχασε πανηγυρικά τις εκλογές.
Και ο Ευάγγελος Αβέρωφ, προερχόμενος από μεγάλο σόι και βαρύ όνομα, φιλελεύθερος πολιτικός στα νιάτα του, που προσχώρησε καθώς τα χρόνια περνούσαν στη λαϊκή δεξιά, έχοντας το θάρρος να εμφανίζεται στο Ηρώδειο με κουστούμι ευρωπαϊκό αλλά ως βλάχος με γκλίτσα και τσαρούχια κι έχοντας φέρει εις πέρας ως αρμόδιος υπουργός Άμυνας την αναίμακτη μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία, πήρε το περιβραχιόνιο του αρχηγού μετά το Ράλλη, για να ξαναχάσει πανηγυρικά τρία χρόνια αργότερα από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ήταν κι αυτός παίκτης μιας περιόδου, μιας βραδιάς.

Πέραν του Βαγγέλα για τον οποίο μιλήσαμε, αναρωτιέται κάθε Νεοδημοκράτης αν κάποιος από τους άλλους τρεις νεότερους διεκδικητές της ηγεσίας είναι κάτι παραπάνω από έναν «Λούκα». Ένας παίκτη μιας βραδιάς, μια φωτοβολίδα δηλαδή.

Αναγνώστης Κέντρος

Pin It