Ανασχηματισμός και αλλαγές

podosfairo allagh

Στη μεταπολιτευτική ιστορία της Ελλάδας, οι ανασχηματισμοί (που επί Ανδρέα βαφτίστηκαν και αναδομήσεις) όποτε γίνονταν εξυπηρετούσαν έναν από δύο βασικούς λόγους, μερικές φορές και τους δύο: να ανακατέψουν την τράπουλα ικανοποιώντας «αδικημένους» βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος ή και «να μηδενίσουν το κοντέρ», κάνοντας με τον ανασχηματισμό μια νέα αρχή για την κυβέρνηση.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής την περίοδο του ’74 -80 και ο Κώστας Σημίτης από το 1996 έως το 2004 έκαναν σχετικά λίγου ανασχηματισμούς και όποτε τους έκαναν δεν ήταν οι εσωκομματικοί συσχετισμοί που κυριαρχούσαν στη σκέψη τους.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου κυρίως τη δεκαετία του ’80 αλλά και όταν επέστρεψε ασθενής από το ‘93 ως το ’96,

λίγες φορές έκανε ανασχηματισμούς που σηματοδοτούσαν μια στρατηγική αλλαγή στην πολιτική που ακολουθούσε. Το 1985 με την τοποθέτηση του Κώστα Σημίτη στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (για να σωθεί και τότε η χώρα από τη χρεοκοπία) ή δυόμιση χρόνια αργότερα με την εξώθησή του σε παραίτηση για να στραφεί στην πολιτική του «Τσοβόλα δώστα όλα», ήταν δύο από αυτούς. Στους περισσότερους από τους πολλούς ανασχηματισμούς που πραγματοποίησε κυριαρχούσε η λογική της ικανοποίησης εσωκομματικών και πολλές φορές γεωγραφικών συσχετισμών. Φυσικά κανένα κοντέρ δεν μηδενιζόταν, ενώ αντίθετα η όποια δυναμική δημιουργείτο εξανεμιζόταν πολύ γρήγορα και οι νέοι υπουργοί καλούνταν να κουβαλήσουν τη φθορά των προκατόχων τους.

Όπως και στο ποδόσφαιρο οι αλλαγές κατά τη διάρκεια του αγώνα, έτσι και στην πολιτική οι ανασχηματισμοί των κυβερνήσεων τελικά είναι θέμα πάγκου. Αν έχεις στον πάγκο εναλλακτικές λύσεις και κάνεις αλλαγές την κατάλληλη στιγμή, μπορεί να καταφέρεις να αλλάξεις τη ροή του παιχνιδιού. Αν έχεις διώξει όμως τον Φιμπόγκασον, δεν έχεις εναλλακτική πίσω από τον Ιντεγιέ και υποχρεώνεσαι να προσπαθήσεις να σώσεις την παρτίδα ρίχνοντας σε ένα ευρωπαϊκό παιχνίδι τον Πουλίδο, που δεν έχει τέτοιες παραστάσεις στην θέση του ανύπαρκτου Σεμπάν.

Αυτό έκανε στις Βρυξέλλες την προηγούμενη εβδομάδα ο Μάρκο Σίλβα και δεν κατάφερε να ανατρέψει το εις βάρος του σκορ. Αυτό φαίνεται να ξέρει πολύ καλά ο Αλέξης Τσίπρας και επιστρέφοντας στις Βρυξέλλες, φαίνεται να μην καταλήγει τελικά στη λύση του ανασχηματισμού. Ίσως γιατί δεν έχει πάγκο, ή εκτιμά πως δεν έχει φτάσει η στιγμή να ρίξει στον αγώνα τον Κουβέλη, τη μόνη εναλλακτική που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια κάποια αίσθηση, έστω και να πολλοί θα έκαναν λόγο για ψευδαίσθηση.

Βέβαια όταν χάνεις με 1-0 ή βρίσκεσαι έστω με 2-3 μονάδες πίσω στις δημοσκοπήσεις, κάποια στιγμή θα κάνεις αλλαγές, θα κάνεις ανασχηματισμό, ελπίζοντας σε ένα θαύμα. Ο Ίβκοβιτς στον χαμένο όπως φαινόταν τελικό με την ΤΣΣΚΑ, που τελικά κέρδισε ο Ολυμπιακός με εκείνο το «πεταχτάρι» του Πρίντεζη τα τελευταία δευτερόλεπτα, έβαλε μέσα τη δεύτερη ομάδα για να αποκτήσει παραστάσεις και τελικά γύρισε το ματς. Και στο τάβλι, όταν το ζάρι δεν σε πάει μπορείς να παίξεις τρελά, ανάποδα, να διεκδικήσεις για παράδειγμα στις πόρτες να σου χτυπήσει όσο γίνεται περισσότερα πούλια ο αντίπαλος, ώστε να επιμηκύνεις το παιχνίδι, ελπίζοντας σε κάποια γκέλα του να τον χτυπήσεις εσύ και αν γυρίσει το ζάρι, να κλέψεις το ματσάκι. Αλλά το τάβλι είναι πρωτίστως παιχνίδι τύχης και καλού ζαριού. Στο ποδόσφαιρο, όπως και στα άλλα ομαδικά αθλήματα, η νίκη είναι ζήτημα ποιότητας και δευτερευόντως τύχης. Στην πολιτική, τα πάντα κρίνονται από την κατανόηση ή μη των εσωτερικών και διεθνών συσχετισμών, τον σωστό ή λάθος σχεδιασμό, την επιλογή της κατάλληλης στιγμής, το περίφημο timing και τις υποκειμενικές δυνατότητες ή αδυναμίες. Και όλα τα παραπάνω να υπολογίσει τέλεια ένας πρωθυπουργός, το ζήτημα των υποκειμενικών δυνατοτήτων παραμένει αξεπέραστο. Ή το ‘χει κάποιος ή δεν το ‘χει.
Οπότε ξαναγυρνώντας στο ζήτημα των αλλαγών στην κυβέρνηση, του ανασχηματισμού, ακόμη κι αν επιλεγεί η τελειότερη στιγμή να γίνει, το θέμα της ποιότητας του πάγκου, εκείνων που θα μπουν αλλαγή, παραμένει πάντα κρίσιμο.
Ο Ολυμπιακός παρά τα περί αντιθέτου θρυλούμενα, κόντρα στην Άντερλεχτ αποδείχθηκε ότι είχε πάγκο χωρίς βάθος. Κι ότι ο προπονητής έκανε καθυστερημένα τις όποιες αλλαγές. Στο πιο δύσκολο παιχνίδι της πολιτικής ο Τσίπρας καλείται μεν να κάνει τις καλύτερες επιλογές αναπληρωματικών την κατάλληλη στιγμή, αλλά και αυτοί που θα έρθουν από τον πάγκο να αποδείξουν ότι ήταν καλύτεροι από αυτούς που αντικατέστησε. Δύσκολη εξίσωση.

Αναγνώστης Κέντρος

Pin It