Νόμιζα ότι θα γινόμουν Πελέ!

pele panhgyrizei

Όταν ήμουν μικρός, ζήτησα από τη μητέρα μου να μου ράψει με δυο μαύρες λωρίδες τον αριθμό 11 στην πλάτη μιας ερυθρόλευκης φανέλας που μου είχε χαρίσει ένας θείος. Ήταν το νούμερο που φορούσε αρχικά ο Δεληκάρης.
Αργότερα το 11 έγινε 10, όχι μόνο γιατί ο Γιώργος Δεληκάρης κάποια στιγμή άλλαξε νούμερο στη φανέλα του, αλλά κυρίως γιατί εν τω μεταξύ είχα ανακαλύψει τον Πελέ. Ήταν η εποχή που όλοι Πελέ νομίζαμε ότι θα γίνουμε και βάζαμε τερματοφύλακες τους πιο άμπαλους της γειτονιάς.

Όπως στη ζωή βέβαια, έτσι και στο ποδόσφαιρο, τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα φαντάζεται κανείς. Αυτό βεβαίως ισχύει και στην πολιτική.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου πρόλαβαν να χτίσουν τον μύθο τους και να τον απολαύσουν όντες εν ζωή. Ο Κώστας Μητσοτάκης κυβέρνησε μεν λίγο, σχεδόν τρία χρόνια, αλλά η πολύχρονη δημόσια παρουσία του, του επιτρέπει αν απολαμβάνει ακόμα τον μύθο του. Αυτοί θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν τα τρία 10άρια της πολιτικής Ιστορίας της χώρας μεταπολεμικά και μέχρι την λήξη του προηγούμενου αιώνα. Ο Δομάζος, ο Δεληκάρης, ο Κούδας, θα μπορούσε να πει κανείς.
Στο γύρισμα του αιώνα, τα τελευταία τέσσερα χρόνια του 20ου και τα πρώτα τέσσερα του 21ου, στο γήπεδο της πολιτικής κυρίαρχος παίκτης ήταν ο Κώστας Σημίτης. Σαν από ένστικτο, ή ίσως εξ ιδιοσυγκρασίας, δεν διεκδίκησε ποτέ τη φανέλα με το νούμερο 10. Άλλωστε οι Γερμανοί δεν βγάζουν μεγάλα 10άρια. Ακόμη και ο Μάγκατ περισσότερο «τρεχαντήρι» ήταν παρά τεχνίτης. Για την μεθοδικότητα, την υπομονή και την επιμονή τους φημίζονταν. Ο «Γερμανός» Σημίτης κράτησε για τον εαυτό του ένα ρόλο αμυντικού χαφ. Εξάρι ή μάλλον οχτάρι. Και παίρνει την μπάλα από τους αμυντικούς και την κουβαλάει και κλαδεύει, αν χρειαστεί, και συντονίζει και δίνει πάσες και σκοράρει ενίοτε. Δημοφιλής πολύ δεν ήταν, η κερκίδα δεν παραληρούσε με το παιχνίδι του, αλλά πολλές φορές κέρδιζε το χειροκρότημα για την τιμιότητα και την αποτελεσματικότητά του.

Από εκεί και έπειτα, μια σειρά πρωθυπουργών νόμισαν ότι θα γίνουν Πελέ. Ένας Καραμανλής που δεν έκανε προπόνηση και μέσα στο γήπεδο έκανε μόνο μια δυο μπαλιές αφήνοντας στους άλλους να κάνουν τη βρώμικη δουλειά, ένας Γιώργος Παπανδρέου που δεν κατάλαβε ποτέ σε ποιο γήπεδο βρισκόταν και φανταζόταν ότι έπαιζε στο Τσάμπιονς Λιγκ την ώρα που η ομάδα έπεφτε κατηγορία κι ένας Σαμαράς με εμμονές σαν κι αυτές που είχε προπονητικά ο φίλος του Ντούσαν Μπάγιεβιτς, αν και πρέπει να του αναγνωρίσει κανείς ότι η ομάδα αγωνιζόταν πλέον στα δύσκολα «ξερά» της Β’ Εθνικής.

Κάπου εκεί, πήρε τη φανέλα με το νούμερο 10 ο Τσίπρας. Έχασε πολύτιμο χρόνο, όπως και ο ίδιος άλλωστε έχει παραδεχθεί, μέχρι να αντιληφθεί τις συνθήκες και τους όρους του παιχνιδιού και βρέθηκε με συμπαίκτες που προέρχονταν από μικρότερες κατηγορίες. Στο μεταξύ, οι συνθήκες χειροτέρεψαν και η ομάδα βρέθηκε πραγματικά να αμύνεται σε κατάσταση πανικού. Είναι η φάση κατά την οποία η ομάδα δεν θέλει σταρ, αλλά αποτελεσματικούς παίκτες. Τότε, προτιμότερος κι από τον Δομάζο ακόμη, πολύ πιο πολύτιμος, είναι ένας Άνθιμος Καψής. Άλλωστε, τα μεγάλα λίμπερο που έκοβαν, απελευθέρωναν την άμυνα κι έβγαζαν μεγάλες μπαλιές, σαν τον Ζάετς για παράδειγμα, κρυφά δεκάρια πολλές φορές είναι. Μόνο που είναι ένας ρόλος πιο δύσκολος και λιγότερο δημοφιλής.

Όταν είμασταν μικροί, όλοι Πελέ θέλαμε να γίνουμε. Μεγαλώνοντας και ξαναβλέποντας τη θρυλική Βραζιλία του ΄70, καταλάβαμε πόσο πολύτιμος ήταν ο μεγάλος Τοστάο. Και τελικά έρχεται πάντα η ώρα που όλοι μας μεγαλώνουμε…

Αναγνώστης Κέντρος

Pin It