«Πρέπει να δώσεις το ‘‘παρών’’ για να δεις ότι δεν είσαι ελεύθερος…»

Συνέντευξη στην Σίλα Αλεξίου
«Το παράθυρό μου γέμιζε από το καράβι που περνούσε… Ποιος σκηνοθέτης θα μπορούσε να φτιάξει αυτό το πλάνο;» Η Λίνα Νικολακοπούλου αναπολεί τα Μέθανα των παιδικών της χρόνων, αντιτάσσοντας τον μόχθο και τη σοβαρότητα ως αντίδοτο στην κρίση.
Μένει στο Γκάζι, περπατάει στις παλιές συνοικίες του κέντρου της Αθήνας, διανύει τις αποστάσεις με μετρό και… αφουγκράζεται. «Βλέπω, ακούω, μιλάω, και το βράδυ μεταβολίζω ό,τι έχω προσλάβει στη διάρκεια της ημέρας». Έτσι εξηγείται η αμεσότητα του στίχου της, η αλήθεια, η Ελλάδα ολόκληρη που πετιέται μέσα από τις λέξεις.
— Πού να συναντηθούμε;
— Όπου βολεύει εσένα.
Και μόνο αυτό αρκεί για να καταλάβεις με ποιον έχεις να κάνεις. Όταν η μεγάλη στιχουργός Λίνα Νικολακοπούλου, με τις αμέτρητες επιτυχίες, η πολυάσχολη και εξαιρετικά υπεύθυνη επαγγελματίας, δηλώνει πρόθυμη να συναντήσει τη δημοσιογράφο που της ζητάει συνέντευξη όπου τη βολεύει, το γεγονός δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Αν και επιβεβαιώνεται ο κανόνας που θέλει τους πραγματικά αξιόλογους ανθρώπους απλούς και προσηνείς, με τόσα… ψώνια γύρω σου, πώς να μην εκπλαγείς;
Αφορμή της συνέντευξης ασφαλώς αποτέλεσαν τα Μέθανα, όπου η Λίνα γεννήθηκε και έζησε έως και την Τρίτη Δημοτικού. Η αιτία όμως ήταν βαθύτερη. Ήταν η σκέψη της για την κοινωνία που μαστίζεται, ήταν τα τραγούδια της, ήταν η ίδια, ήταν η θάλασσα του Αργοσαρωνικού που της άνοιξε τον πρώτο ορίζοντα, που μέχρι τα 18 της την απολάμβανε κάθε καλοκαίρι.
Ευγνωμονώ τα Μέθανα για τα αισθήματα που έχω μέσα μου. Σχέσεις με εναλλαγές ζωής, ένταση, μεγάλη ένταση, χρώματα, μυρωδιές, φύκια…
«Όταν ήρθαμε στην Αθήνα, αρχίσαμε τα πηγαινέλα. Από την πρωτεύουσα στην πατρίδα. Και τώρα το κάνω όποτε μπορώ. Και μ’ αρέσει γιατί επικοινωνώ με τον κόσμο. Μ’ αρέσει η ησυχία των χαμόγελων, η κουβέντα στο πόδι. Μ’ αρέσει που χαίρονται όταν με βλέπουν, γιατί χαίρομαι κι εγώ…»
«Βρήκα έναν βράχο, γεμάτο πεταλίδες…»: Η εικόνα από τα Μέθανα των παιδικών της εξερευνήσεων, στίχος αργότερα γνωστού τραγουδιού. Όπως και «Με τα πέδιλά μου τα άσπρα» και «Τα πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά…».
«Ευγνωμονώ τα Μέθανα για τα αισθήματα που έχω μέσα μου. Σχέσεις με εναλλαγές ζωής, ένταση, μεγάλη ένταση, χρώματα, μυρωδιές, φύκια… Μεγάλωσα με τη θάλασσα, με τη χαρακτηριστική μυρωδιά από το θειάφι των ιαματικών λουτρών, με τη θέα των βουνών του Πόρου… Βόλτες με το ποδήλατο κι ένα ραδιοφωνάκι στερεωμένο στο τιμόνι με σύρμα… Ελευθερία, απόλαυση… Γιορτές με ζωντανή μουσική και χορό…»
Μεγάλωσα με τη θάλασσα, με τη χαρακτηριστική μυρωδιά από το θειάφι των ιαματικών λουτρών, με τη θέα των βουνών του Πόρου… Βόλτες με το ποδήλατο κι ένα ραδιοφωνάκι στερεωμένο στο τιμόνι με σύρμα… Ελευθερία, απόλαυση… Γιορτές με ζωντανή μουσική και χορό…
Η Λίνα Νικολακοπούλου, αναμφισβήτητα, αποτύπωσε στον στίχο της ολόκληρη τη Μεταπολίτευση. «Εκφράστηκε η γενιά μου μέσα από το τραγούδι». Το έναυσμα για την ενασχόληση με τη μουσική τής το έδωσε η κλεισούρα της Αθήνας. «Δεν με είχε απασχολήσει ποτέ αν θα έφευγα από τα Μέθανα. Χώραγα κι εκεί. Όπως χώρεσα και στην Αθήνα. Όταν κλείστηκα, βρήκα διέξοδο στην Τέχνη, στα βιβλία. Και, όταν κατάλαβα ότι είχα την ανάγκη να εκφραστώ, άρχισα κλασική κιθάρα».
Η αναδρομή στο παρελθόν μάς παρασύρει. Σήμερα τι γίνεται; Η εποχή επιτρέπει όνειρα; Συνοφρυώνεται. «Κάτι σε ξαναγυρίζει. Σε πάει στο μηδέν. Ό,τι συμβαίνει είναι για πολύ γερά νεύρα. Και φοβάμαι ότι θα εκτονωθεί με τρόπο που δεν ξέρουμε». Η σκέψη της τρέχει αυτομάτως στην τραγωδία που συνέβη στη Marfin. «Δεν μάθαμε ποτέ τι έγινε. Το τέλος της συλλογικής έκφρασης πάντως είναι γεγονός. Χρειαζόμαστε καινούργια συνθήματα, καινούργια γλώσσα. Να βρούμε και πάλι ενέργεια για να φωνάξουμε με την καρδιά μας. Να μην αποσυρθούμε. Η στιγμή απαιτεί από εμάς μόχθο».
Ενήμερη όσο λίγοι για όσα συμβαίνουν σε παγκόσμιο επίπεδο, και όχι μόνο στη μικρή Ελλάδα, η Λίνα Νικολακοπούλου εκτιμά ότι η γνώση θέλει δουλειά, θέλει διάβασμα. «Πρώτη φορά έχουμε επίγνωση της παγκοσμιοποίησης. Θέλει κόπο η σωστή ενημέρωση. Να ρίχνεις τη ματιά σου στον Τύπο, αλλά να ψάχνεις και παραπέρα. Χρωστάμε βέβαια σε κάποιους δημοσιογράφους και πολιτικούς που έμειναν εκτός για να φανερωθεί το πίσω. Το βόλεμα, η αδιαφορία, η ραθυμία, η καρέκλα (ας ήταν και με τρία πόδια), λάθος χειρισμοί πολλών ετών, η αγραμματοσύνη…, πληγές που ποτέ δεν θεραπεύτηκαν».
Με μητέρα δασκάλα, επόμενο είναι να την απασχολεί η κατάσταση της Παιδείας λίγο περισσότερο από όσο εμάς, τους υπολοίπους. «Είναι πολύπαθη και διαλυμένη. Βλέπω παιδιά που πάσχουν, προσπαθούν για να μάθουν. Αλλά, όπως είναι το σχέδιο διαχείρισης του κόσμου, δεν μπορούν να είναι δημιουργικά».
Δείχνει έτοιμη για μάχη. «Δεν βγαίνει με κατάθλιψη και απελπισία. Καλούμεθα να σοβαρευτούμε. Πρέπει να δώσεις το ‘‘παρών’’ για να δεις ότι δεν είσαι ελεύθερος. Να καταλάβεις ότι σε υποκαθιστούν».
Ο χρόνος άρχισε να πιέζει και τις δυο μας. Όπως και οι σελίδες αυτές. Που δυστυχώς δεν τα χωράνε όλα…
Με τον Σταμάτη Κραουνάκη
Μοιραία χαρακτηρίζει η Λίνα Νικολακοπούλου τη συνάντηση με τον Σταμάτη Κραουνάκη στο Πάντειο. «Είχαμε γνωριστεί πριν ακόμη… γεννηθούμε. Η γιαγιά του ερχόταν στα Μέθανα για τα Λουτρά και είχε φιλοξενηθεί σε εμάς. Ο ίδιος πήγαινε στην Αίγινα μικρός, όπως κι εγώ, γιατί η μητέρα μου την αγαπούσε, και έτσι πηγαίναμε συχνά». Η σχέση αγάπης μεταξύ των δύο δημιουργών κρατάει μέχρι σήμερα, και ίσως εκεί να βρίσκεται η εξήγηση των μεγάλων επιτυχιών που συνυπογράφουν.


Συνέντευξη στην Σίλα Αλεξίου

«Το παράθυρό μου γέμιζε από το καράβι που περνούσε… Ποιος σκηνοθέτης θα μπορούσε να φτιάξει αυτό το πλάνο;» Η Λίνα Νικολακοπούλου αναπολεί τα Μέθανα των παιδικών της χρόνων, αντιτάσσοντας τον μόχθο και τη σοβαρότητα ως αντίδοτο στην κρίση.

Μένει στο Γκάζι, περπατάει στις παλιές συνοικίες του κέντρου της Αθήνας, διανύει τις αποστάσεις με μετρό και… αφουγκράζεται. «Βλέπω, ακούω, μιλάω, και το βράδυ μεταβολίζω ό,τι έχω προσλάβει στη διάρκεια της ημέρας». Έτσι εξηγείται η αμεσότητα του στίχου της, η αλήθεια, η Ελλάδα ολόκληρη που πετιέται μέσα από τις λέξεις.

— Πού να συναντηθούμε;

— Όπου βολεύει εσένα.

Και μόνο αυτό αρκεί για να καταλάβεις με ποιον έχεις να κάνεις. Όταν η μεγάλη στιχουργός Λίνα Νικολακοπούλου, με τις αμέτρητες επιτυχίες, η πολυάσχολη και εξαιρετικά υπεύθυνη επαγγελματίας, δηλώνει πρόθυμη να συναντήσει τη δημοσιογράφο που της ζητάει συνέντευξη όπου τη βολεύει, το γεγονός δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Αν και επιβεβαιώνεται ο κανόνας που θέλει τους πραγματικά αξιόλογους ανθρώπους απλούς και προσηνείς, με τόσα… ψώνια γύρω σου, πώς να μην εκπλαγείς;

Αφορμή της συνέντευξης ασφαλώς αποτέλεσαν τα Μέθανα, όπου η Λίνα γεννήθηκε και έζησε έως και την Τρίτη Δημοτικού. Η αιτία όμως ήταν βαθύτερη. Ήταν η σκέψη της για την κοινωνία που μαστίζεται, ήταν τα τραγούδια της, ήταν η ίδια, ήταν η θάλασσα του Αργοσαρωνικού που της άνοιξε τον πρώτο ορίζοντα, που μέχρι τα 18 της την απολάμβανε κάθε καλοκαίρι.

Ευγνωμονώ τα Μέθανα για τα αισθήματα που έχω μέσα μου. Σχέσεις με εναλλαγές ζωής, ένταση, μεγάλη ένταση, χρώματα, μυρωδιές, φύκια…

«Όταν ήρθαμε στην Αθήνα, αρχίσαμε τα πηγαινέλα. Από την πρωτεύουσα στην πατρίδα. Και τώρα το κάνω όποτε μπορώ. Και μ’ αρέσει γιατί επικοινωνώ με τον κόσμο. Μ’ αρέσει η ησυχία των χαμόγελων, η κουβέντα στο πόδι. Μ’ αρέσει που χαίρονται όταν με βλέπουν, γιατί χαίρομαι κι εγώ…»

«Βρήκα έναν βράχο, γεμάτο πεταλίδες…»: Η εικόνα από τα Μέθανα των παιδικών της εξερευνήσεων, στίχος αργότερα γνωστού τραγουδιού. Όπως και «Με τα πέδιλά μου τα άσπρα» και «Τα πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά…».

«Ευγνωμονώ τα Μέθανα για τα αισθήματα που έχω μέσα μου. Σχέσεις με εναλλαγές ζωής, ένταση, μεγάλη ένταση, χρώματα, μυρωδιές, φύκια… Μεγάλωσα με τη θάλασσα, με τη χαρακτηριστική μυρωδιά από το θειάφι των ιαματικών λουτρών, με τη θέα των βουνών του Πόρου… Βόλτες με το ποδήλατο κι ένα ραδιοφωνάκι στερεωμένο στο τιμόνι με σύρμα… Ελευθερία, απόλαυση… Γιορτές με ζωντανή μουσική και χορό…»

Μεγάλωσα με τη θάλασσα, με τη χαρακτηριστική μυρωδιά από το θειάφι των ιαματικών λουτρών, με τη θέα των βουνών του Πόρου… Βόλτες με το ποδήλατο κι ένα ραδιοφωνάκι στερεωμένο στο τιμόνι με σύρμα… Ελευθερία, απόλαυση… Γιορτές με ζωντανή μουσική και χορό…

Η Λίνα Νικολακοπούλου, αναμφισβήτητα, αποτύπωσε στον στίχο της ολόκληρη τη Μεταπολίτευση. «Εκφράστηκε η γενιά μου μέσα από το τραγούδι». Το έναυσμα για την ενασχόληση με τη μουσική τής το έδωσε η κλεισούρα της Αθήνας. «Δεν με είχε απασχολήσει ποτέ αν θα έφευγα από τα Μέθανα. Χώραγα κι εκεί. Όπως χώρεσα και στην Αθήνα. Όταν κλείστηκα, βρήκα διέξοδο στην Τέχνη, στα βιβλία. Και, όταν κατάλαβα ότι είχα την ανάγκη να εκφραστώ, άρχισα κλασική κιθάρα».

Η αναδρομή στο παρελθόν μάς παρασύρει. Σήμερα τι γίνεται; Η εποχή επιτρέπει όνειρα; Συνοφρυώνεται. «Κάτι σε ξαναγυρίζει. Σε πάει στο μηδέν. Ό,τι συμβαίνει είναι για πολύ γερά νεύρα. Και φοβάμαι ότι θα εκτονωθεί με τρόπο που δεν ξέρουμε». Η σκέψη της τρέχει αυτομάτως στην τραγωδία που συνέβη στη Marfin. «Δεν μάθαμε ποτέ τι έγινε. Το τέλος της συλλογικής έκφρασης πάντως είναι γεγονός. Χρειαζόμαστε καινούργια συνθήματα, καινούργια γλώσσα. Να βρούμε και πάλι ενέργεια για να φωνάξουμε με την καρδιά μας. Να μην αποσυρθούμε. Η στιγμή απαιτεί από εμάς μόχθο».

Ενήμερη όσο λίγοι για όσα συμβαίνουν σε παγκόσμιο επίπεδο, και όχι μόνο στη μικρή Ελλάδα, η Λίνα Νικολακοπούλου εκτιμά ότι η γνώση θέλει δουλειά, θέλει διάβασμα. «Πρώτη φορά έχουμε επίγνωση της παγκοσμιοποίησης. Θέλει κόπο η σωστή ενημέρωση. Να ρίχνεις τη ματιά σου στον Τύπο, αλλά να ψάχνεις και παραπέρα. Χρωστάμε βέβαια σε κάποιους δημοσιογράφους και πολιτικούς που έμειναν εκτός για να φανερωθεί το πίσω. Το βόλεμα, η αδιαφορία, η ραθυμία, η καρέκλα (ας ήταν και με τρία πόδια), λάθος χειρισμοί πολλών ετών, η αγραμματοσύνη…, πληγές που ποτέ δεν θεραπεύτηκαν».

Με μητέρα δασκάλα, επόμενο είναι να την απασχολεί η κατάσταση της Παιδείας λίγο περισσότερο από όσο εμάς, τους υπολοίπους. «Είναι πολύπαθη και διαλυμένη. Βλέπω παιδιά που πάσχουν, προσπαθούν για να μάθουν. Αλλά, όπως είναι το σχέδιο διαχείρισης του κόσμου, δεν μπορούν να είναι δημιουργικά».

Δείχνει έτοιμη για μάχη. «Δεν βγαίνει με κατάθλιψη και απελπισία. Καλούμεθα να σοβαρευτούμε. Πρέπει να δώσεις το ‘‘παρών’’ για να δεις ότι δεν είσαι ελεύθερος. Να καταλάβεις ότι σε υποκαθιστούν».

Ο χρόνος άρχισε να πιέζει και τις δυο μας. Όπως και οι σελίδες αυτές. Που δυστυχώς δεν τα χωράνε όλα…

Με τον Σταμάτη Κραουνάκη

Μοιραία χαρακτηρίζει η Λίνα Νικολακοπούλου τη συνάντηση με τον Σταμάτη Κραουνάκη στο Πάντειο. «Είχαμε γνωριστεί πριν ακόμη… γεννηθούμε. Η γιαγιά του ερχόταν στα Μέθανα για τα Λουτρά και είχε φιλοξενηθεί σε εμάς. Ο ίδιος πήγαινε στην Αίγινα μικρός, όπως κι εγώ, γιατί η μητέρα μου την αγαπούσε, και έτσι πηγαίναμε συχνά». Η σχέση αγάπης μεταξύ των δύο δημιουργών κρατάει μέχρι σήμερα, και ίσως εκεί να βρίσκεται η εξήγηση των μεγάλων επιτυχιών που συνυπογράφουν.

*Από το Saronic Magazine που κυκλοφορεί 
Pin It